υποκατάστημα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | υποκατάστημα | υποκαταστήματα |
| γενική | υποκαταστήματος | υποκαταστημάτων |
| αιτιατική | υποκατάστημα | υποκαταστήματα |
| κλητική | υποκατάστημα | υποκαταστήματα |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
υποκατάστημα ουδέτερο
- δευτερεύον κατάστημα που εξαρτάται από το κύριο ή το κεντρικό κατάστημα