υποστηρικτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποστηρικτής υποστηρικτές
γενική υποστηρικτή υποστηρικτών
αιτιατική υποστηρικτή υποστηρικτές
κλητική υποστηρικτή υποστηρικτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υποστηρικτής < υποστηρίζω + -τής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υποστηρικτής αρσενικό

  1. ο άνθρωπος ο οποίος στηρίζει μία κοινωνική ομάδα ή έναν συναθρωπό του ή μια ιδέα με οποιοδήποτε μέσο


32πχ Μεταφράσεις[]