υπόγειο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | υπόγειο | υπόγεια |
| γενική | υπογείου | υπογείων |
| αιτιατική | υπόγειο | υπόγεια |
| κλητική | υπόγειο | υπόγεια |
[
]
Ετυμολογία
- υπόγειο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου υπόγειος
[
]
Ουσιαστικό
υπόγειο ουδέτερο
- όροφος κτίσματος ο οποίος βρίσκεται κάτω από το επίπεδο της επιφάνειας του εδάφους
- στο υπόγειο έχουμε ένα κελάρι και το πλυσταριό
- τα γραφεία των επιστημόνων βρίσκονται στο τρίτο υπόγειο
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
υπόγειο