υπόθεση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- υπόθεση < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
υπόθεση θηλυκό
- ένα θέμα που μας απασχολεί
- τι γίνεται με την υπόθεση του σπιτιού;
- ένα σύνολο στοιχείων και γεγονότων που εξετάζονται ως ενότητα
- μια πολύκροτη δικαστική υπόθεση
- μία πρόταση με την οποία υποθέτουμε κάτι το οποίο είτε είναι δυνατόν να συμβεί είτε αδύνατο είτε απλώς πιθανό, ώστε να εξετάσουμε ή να δηλώσουμε τα πιθανά αποτελέσματα
- μην κάνεις υποθέσεις σε τέτοια ευαίσθητα ζητήματα
- (γραμματική) το πρώτο σκέλος ενός υποθετικού λόγου με δεύτερο την απόδοση· συνήθως είναι υποθετική πρόταση που εισάγεται με το αν, μπορεί όμως να είναι και ευθεία ερώτηση ή να έχει άλλες μορφές.
Συγγενικές λέξεις
πρόταση