υπόκοσμος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | υπόκοσμος | υπόκοσμοι |
| γενική | υποκόσμου ή υπόκοσμου |
υποκόσμων ή υπόκοσμων |
| αιτιατική | υπόκοσμο | υποκόσμους ή υπόκοσμους |
| κλητική | υπόκοσμε | υπόκοσμοι |
[
]
Ετυμολογία
- υπόκοσμος < υπό + κόσμος, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική underworld
[
]
Ουσιαστικό
υπόκοσμος αρσενικό
- ο κόσμος που λειτουργεί με παραβατική συμπεριφορά
[
]
Μεταφράσεις
υπόκοσμος