υστερία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | υστερία | υστερίες |
| γενική | υστερίας | υστεριών |
| αιτιατική | υστερία | υστερίες |
| κλητική | υστερία | υστερίες |
[
]
Ετυμολογία
- υστερία < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
υστερία θηλυκό