φάκελος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φάκελος | φάκελοι |
| γενική | φακέλου | φακέλων |
| αιτιατική | φάκελο | φακέλους |
| κλητική | φάκελε | φάκελοι |
Ετυμολογία [
]
- φάκελος < αβέβαιης ετυμολογίας, συγγενές του σφάκελος που σήμαινε δεμάτι
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ˈfa.cɛ.lɔs/
Ουσιαστικό [
]
φάκελος αρσενικό
- θήκη από χαρτί για την αποστολή επιστολών
- διπλωμένο χοντρό χαρτί για το φύλαγμα χαρτιών, επιστολών, αποδείξεων, κ.λπ.
- πληροφορίες που κρατιούνται για ένα άτομο από την αστυνομία ή άλλες αρχές
- (πληροφορική) ονομασμένος χώρος σε δίσκο ή άλλο μέσο για την αποθήκευση αρχείων
[
]
Μεταφράσεις [
]
για επιστολές
για το φύλαγμα εγγράφων