φάκελος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φάκελος φάκελοι
γενική φακέλου φακέλων
αιτιατική φάκελο φακέλους
κλητική φάκελε φάκελοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φάκελος < αρχαία ελληνική φάκελος < αβέβαιης ετυμολογίας, συγγενές του σφάκελος που σήμαινε δεμάτι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfa.cɛ.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φάκελος αρσενικό

  1. θήκη από χαρτί για την αποστολή επιστολών
  2. διπλωμένο χοντρό χαρτί για το φύλαγμα χαρτιών, επιστολών, αποδείξεων, κ.λπ.
  3. πληροφορίες που κρατιούνται για ένα άτομο από την αστυνομία ή άλλες αρχές
  4. (πληροφορική) ονομασμένος χώρος σε δίσκο ή άλλο μέσο για την αποθήκευση αρχείων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]