φάση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φάση | φάσεις |
| γενική | φάσης | φάσεων |
| φάσεως | ||
| αιτιατική | φάση | φάσεις |
| κλητική | φάση | φάσεις |
[
]
Προφορά
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
φάση θηλυκό
- μέγεθος που εκφράζει την αρχική απομάκρυνση ενός ταλαντωτή από τη θέση ισορροπίας για t=0
- κατάσταση ενός υλικού, στερεή, υγρή ή αέρια
- αλλαγή φάσης: το πέρασμα από μια φάση σε μια άλλη
- συμβάν σε αθλητικό αγώνα συνηθέστερα ομαδικού αθλήματος, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον
- η ομάδα έκανε πολλές φάσεις αλλά τελικά έμεινε στο μηδέν
- φλερτάρισμα ή ερωτική επαφή χωρίς συναισθηματική συνέχεια
- είχε γίνει μια φάση με μια φίλη της σε ένα πάρτυ
[
]
[
]
Δείτε επίσης
- Διάγραμμα φάσεων στη Βικιπαίδεια
