φέουδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φέουδο φέουδα
γενική φέουδου φέουδων
αιτιατική φέουδο φέουδα
κλητική φέουδο φέουδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φέουδο < καθαρεύουσα φέουδον < ιταλική feudo < μεσαιωνική λατινική feudum

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φέουδο ουδέτερο

  1. τμήμα γης που παραχωρούσε την εποχή της φεουδαρχίας ο κυρίαρχος ηγεμόνας σε έναν υποτελή του σε αντάλλαγμα της αφοσίωσης και των στρατιωτικών υπηρεσιών του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τιμάριο
  2. (μεταφορικά) κάτι στο οποίο θεωρεί κάποιος ότι έχει απόλυτο δικαίωμα να το χειρίζεται και/ή να το εκμεταλλεύεται ανεξέλεγκτα
    υπάρχει μια ομάδα βουλευτών που θεωρούν ότι το κόμμα είναι φέουδό τους

32πχ Μεταφράσεις[]