φήμη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φήμη | φήμες |
| Γενική | φήμης | φημών |
| Αιτιατική | φήμη | φήμες |
| Κλητική | φήμη | φήμες |
Ετυμολογία
- φήμη < αρχαία ελληνική φήμη
Προφορά
Ουσιαστικό
φήμη θηλυκό
- διάδοση, λόγια που διαδίδονται από στόμα σε στόμα χωρίς να είναι διασταυρωμένα
- ακούγονται φήμες για ανασχηματισμό της κυβέρνησης
- η εντύπωση που επικρατεί στους άλλους ανθρώπους για το χαρακτήρα και την ποιότητα κάποιου, το καλό ή κακό "όνομα" που έχει αποκτήσει κάποιος
- το καλό όνομα που έχει αποκτήσει κάποιος
- η διασημότητα, το να είναι κανείς φημισμένος, διάσημος
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Μεταφράσεις
διάδοση
η εντύπωση που υπάρχει για κάποιον
Αρχαία ελληνικά (grc)
Ετυμολογία
- Ομόρριζο με το ρήμα φημί
Ουσιαστικό
φήμη θηλυκό (δωρικό φάμα)