φίλαθλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
φίλαθλος αρσενικό ή θηλυκό
- οπαδός μιας αθλητικής ομάδας
- είχαμε επεισόδια φιλάθλων χτες στου Καραϊσκάκη
- άτομο που του αρέσει να παρακολουθεί γενικά τα του αθλητισμού
- δεν χάνει αγώνα στην τηλεόραση, είναι φίλαθλος'
[
]
Επίθετο
φίλαθλος, -η, -ο
- που αγαπά τα αθλήματα
- ο Κώστας ειναι φίλαθλο πνεύμα
- που σέβεται μια ορισμένη ιδέα του αθλητισμού