φίλτατος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- φίλτατος < υπερθετικός βαθμός σύγκρισης του επιθέτου φίλος
Επίθετο [
]
φίλτατος -η -ο (φίλτατη και φιλτάτη)
- πάρα πολύ αγαπητός, πολυαγαπημένος, ο ιδιαίτερα προσφιλής (μέχρι και τον περασμένο αιώνα).
- Ω φιλτάτη πατρίς, ω θαυμασία νήσος, Zάκυνθε· (Ωδή Α΄, Ανδρέας Κάλβος)
- Πλέον η κυριολεκτική σημασία έχει περιοριστεί κυρίως στη λόγια γλώσσα, η λέξη εκπέμπει ψυχρότητα και χρησιμοποιείται τυπικά
- Καλημέρα φίλτατε / Οι φίλτατοι ακροατές σχολίασαν../Χαίρετε φίλτατοι
- ειρωνικά
- Ο φίλτατος Κώστας δυστυχώς μας φέσωσε