φίλτρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φίλτρο φίλτρα
γενική φίλτρου φίλτρων
αιτιατική φίλτρο φίλτρα
κλητική φίλτρο φίλτρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φίλτρο < η λέξη για το συναισθηματικό φίλτρο προήλθε από την αρχαία ελληνική λέξη φίλτρο < φιλέω-φιλώ αλλά η λέξη για το μέσο διήθησης προήλθε από το γαλλικό filtre < μεσαιωνικό λατινικό filtrum < γερμανικό felt

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φίλτρο ουδέτερο

  1. ισχυρό συναίσθημα προστασίας και μεγάλη τρυφερότητα, κυρίως της μητέρας προς το παιδί
το μητρικό φίλτρο
  1. μέσο διήθησης και επεξεργασίας, συγκράτησης και διαχωρισμού ουσιών, ακτινοβολιών ή και σκέψεων
το φίλτρο του τσιγάρου, το φίλτρο της βενζίνης
το φίλτρο της φωτογραφικής μηχανής
το φίλτρο του ραδιοφωνικού δέκτη (για να απομακρύνει τα παράσιτα)
"Βάλε και το φίλτρο της λογικής σε όσα άκουσες για να τα εκτιμήσεις ψύχραιμα", "Εχω φίλτρο για τα ανεπιθύμητα e-mail"
  1. οποιοδήποτε παρασκεύασμα με συνήθως παράδοξα συστατικά, του οποίου η κατάποση υποτίθεται ότι προκαλεί στο άτομο διάφορες αντιδράσεις -κυρίως έρωτική ανταπόκριση- και το οποίο αποτελούσε ιδιαίτερα διαδεδεμόνη μαγγανεία σε όλους τους πολιτισμούς
ερωτικό φίλτρο, μαγικό φίλτρο
  1. (ανατομία) όρος που περιγράφει δύο αυλακώσεις: 1. Φίλτρο του άνω χείλους ονομάζεται η αύλακα που βρίσκεται ακριβώς πάνω από το μέσο του άνω χείλους και εκεί που τελειώνει το ρινικό διάφραγμα 2. Φίλτρο του Μέρκελ ονομάζεται μια αύλακα στην άνω μοίρα της λαρυγγικής κοιλότητας
  2. (μαθηματικά) Φίλτρα ονομάζονται στα μαθηματικά τα συστήματα που διατηρούν στην έξοδό τους απαράλλακτες τις συχνοτικές συνιστώσες της εισόδου που εμπίπτουν σε ένα συγκεκριμένο διάστημα, αλλά μηδενίζουν όλες τις υπόλοιπες συνιστώσες



Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

του φίλτρου που διηθεί

του παρασκευάσματος

του φίλτρου του άνω χείλους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]