φαγητό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φαγητό | φαγητά |
| γενική | φαγητού | φαγητών |
| αιτιατική | φαγητό | φαγητά |
| κλητική | φαγητό | φαγητά |
[
]
Ετυμολογία
- φαγητό < ρίζα φαγ- < αρχαία ελληνική λέξη από τον αόριστο β΄ ἔφαγον του ρήματος ἐσθίω
[
]
Ουσιαστικό
φαγητό ουδέτερο
- η τροφή, το φαΐ
- είδος τροφής
- ποιο φαγητό σου αρέσει;
- το πρόχειρο φαγητό είναι η απόδοση του όρου fast food
- η ενέργεια του τρώω, το γεύμα
- τον καλέσαμε το βράδυ για φαγητό
- προσδιορισμός χρονικής στιγμής
- μας τηλεφώνησε την ώρα του φαγητού
- μας πέτυχε πάνω στο φαγητό
6. η τροφή που καταναλώνει κανείς για να επιβιώσει.
[
]
[
]
από την αρχαία ελληνική
[
]
Μεταφράσεις
φαγητό
|
|