φακός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φακός | φακοί |
| γενική | φακού | φακών |
| αιτιατική | φακό | φακούς |
| κλητική | φακέ | φακοί |
[
]
Ετυμολογία
- φακός < αρχαία ελληνική φακός (σήμαινε τον καρπό της φακής)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
φακός αρσενικό
- φορητή συσκευή φωτός
- διαφανής ιστός πίσω από την ίριδα του ματιού
- γυάλινος δίσκος με επιφάνειες είτε κοίλες είτε κυρτές, που εστιάζει ακτίνες φωτός για να δημιουργήσει είδωλο μέσω διάθλασης
- ο μεγεθυντικός φακός, ο παραμορφωτικός φακός
- το καθένα από τα δύο γυάλινα αντικείμενα στα γυαλιά που φοριούνται για τη βελτίωση της όρασης
- φακοί διορθωτικοί της οράσεως
- κάμερα ή φωτογραφική μηχανή
- του αρέσει να ποζάρει στο φακό
- (φυσική, μεταφορικά) φακός ιόντων ή ηλεκτρονικός φακός ονομάζεται η δημιουργία ανομοιογενών ηλεκτρικών πεδίων που προκαλεί σύγκλιση στις τροχιές των ιόντων
[
]
Μεταφράσεις
φακός
|