φακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φακός φακοί
γενική φακού φακών
αιτιατική φακό φακούς
κλητική φακέ φακοί
φακός φωτογραφικής μηχανής

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φακός < αρχαία ελληνική φακός αλλά όχι άμεση καταγωγή, απέδωσαν ως φακή οι Γάλλοι το μεγεθυντικό φακό λόγω του σχήματός του όταν πρωτοκατσκευάστηκε (lentille) και οι λόγιοι απενέφεραν τη λέξη φακός εννοώντας το σχήμα της φακής


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /fa.ˈkɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φακός αρσενικό

  1. φορητή συσκευή φωτός
  2. διαφανής ιστός πίσω από την ίριδα του ματιού
  3. γυάλινος δίσκος με επιφάνειες είτε κοίλες είτε κυρτές, που εστιάζει ακτίνες φωτός για να δημιουργήσει είδωλο μέσω διάθλασης
    ο μεγεθυντικός φακός, ο παραμορφωτικός φακός
  4. το καθένα από τα δύο γυάλινα αντικείμενα στα γυαλιά που φοριούνται για τη βελτίωση της όρασης
    φακοί διορθωτικοί της οράσεως
  5. κάμερα ή φωτογραφική μηχανή
    του αρέσει να ποζάρει στο φακό
  6. (φυσική, μεταφορικά) φακός ιόντων ή ηλεκτρονικός φακός ονομάζεται η δημιουργία ανομοιογενών ηλεκτρικών πεδίων που προκαλεί σύγκλιση στις τροχιές των ιόντων

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φακός φακώ φακοί
Γενική φακοῦ φακοῖν φακῶν
Δοτική φακ φακοῖν φακοῖς
Αιτιατική φακόν φακώ φακούς
Κλητική φακέ φακώ φακοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φακός < συγγενές με το ἀφάκη, φακέη ή φακῆ
Ο αρχαιότερος φακός (για όραση ή για άναμμα φωτιάς) από την Ασσυρία, 800 π.Χ., τώρα στο Βρετανικό Μουσείο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φακός αρσενικό

  1. φακή, αλλά και άλλα είδη που έμοιαζαν με φασολάκι
  2. φακές,το φαγητό (τρώγονταν στην αρχαιότητα κατά τις κηδείες), που όμως αναφέρεται συχνά και ως φακῆ
    φακὸν ἕψειν (: μαγείρεψα φακές)
  3. στην ελληνιστική εποχή (ίσως και νωρίτερα) αγγείο σε σχήμα οβάλ, που το είχαν μάλλον για ζέσταμα σούπας, νερού, φαγητού παρά για μαγείρεμα
  4. δοχείο λαδιού
  5. φακίδα, ελιά, πανάδα, κηλίδα στο πρόσωπο ή γενικά στο σώμα (κι αυτό της ελληνιστικής εποχής έννοια)