φανέλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φανέλα φανέλες
γενική φανέλας φανελών
αιτιατική φανέλα φανέλες
κλητική φανέλα φανέλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φανέλα < από το βρετανικό flannel ή το ιταλικό flannella

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φανέλα θηλυκό

  1. είδος μαλακού μάλλινου υφάσματος που συχνά περιέχει και βαμβάκι
  2. ανδρικό και παιδικό εσώρουχο, συνήθως βαμβακερό και άλλοτε μάλλινο
    Πλύνε μου και καμιά φανέλα, γιατί ξέμεινα

Εκφράσεις[]

  • φοράω τη φανέλα (κάποιας ομάδας): εγγράφομαι ή ανήκω ήδη στο δυναμικό μιας αθλητικής ομάδας
    φοράει τη φανέλα της Τσέλσι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]