φανέλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φανέλα | φανέλες |
| γενική | φανέλας | φανελών |
| αιτιατική | φανέλα | φανέλες |
| κλητική | φανέλα | φανέλες |
Ετυμολογία [
]
- φανέλα < από το βρετανικό flannel ή το ιταλικό flannella
Ουσιαστικό [
]
φανέλα θηλυκό
- είδος μαλακού μάλλινου υφάσματος που συχνά περιέχει και βαμβάκι
- ανδρικό και παιδικό εσώρουχο, συνήθως βαμβακερό και άλλοτε μάλλινο
- Πλύνε μου και καμιά φανέλα, γιατί ξέμεινα
Εκφράσεις [
]
- φοράω τη φανέλα (κάποιας ομάδας): εγγράφομαι ή ανήκω ήδη στο δυναμικό μιας αθλητικής ομάδας
- φοράει τη φανέλα της Τσέλσι