φανατικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Επίθετο [
]
φανατικός
- αυτός που προσηλώνεται σε κάτι με πάθος, που διακατέχεται από φανατισμό
- είναι φανατικός με τις ξένες γλώσσες, μιλάει 5-6 άπταιστα
- είναι φανατικός μουσουλμάνος (ισλαμιστής)
- ο οπαδός
- είναι φανατικός ΑΕΚτζής
[
]
Μεταφράσεις [
]
φανατικός