φανταχτερός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
φανταχτερός, -ή, -ό
- αυτός που προκαλεί ζωηρή εντύπωση
- φανταχτερά ρούχα