φαρμάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαρμάκι φαρμάκια
γενική φαρμακιού φαρμακιών
αιτιατική φαρμάκι φαρμάκια
κλητική φαρμάκι φαρμάκια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φαρμάκι < μεσαιωνική ελληνική φαρμάκιν < φαρμάκιον < υποκοριστικό της αρχαίας λεξης φάρμακον

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

φαρμάκι ουδέτερο

  1. το δηλητήριο
  2. χαρακτηρισμός για κάτι πολύ πικρό στη γεύση
    φαρμάκι τον έκανες τον καφέ
  3. (μεταφορικά) η πικρή κουβέντα, η ενέργεια που πληγώνει βαθιά
    φαρμάκι τα λόγια σου
    με αυτά που έκανες, με πότισες φαρμάκι


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες