φαρμακολογία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαρμακολογία φαρμακολογίες
γενική φαρμακολογίας φαρμακολογιών
αιτιατική φαρμακολογία φαρμακολογίες
κλητική φαρμακολογία φαρμακολογίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φαρμακολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική pharmacologie < pharmaco- + -logie < αρχαία ελληνική φάρμακον + -λογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φαρμακολογία θηλυκό

  1. (φαρμακευτική): η επιστήμη που ασχολείται με την αναζήτηση και εύρεση φαρμάκων
  2. τομέας του τμήματος της φαρμακευτικής επιστήμης που διδάσκεται στο πανεπιστήμιο και περιλαμβάνει την έρευνα νέων φαρμακευτικών ουσιών καθώς και τη φαρμακοδυναμική, φαρμακοκινητική, φαρμακογενετική, ανοσοφαρμακολογική και τοξικολογική μελέτη τους


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]