φασκόμηλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φασκόμηλο φασκόμηλα
γενική φασκόμηλου φασκόμηλων
αιτιατική φασκόμηλο φασκόμηλα
κλητική φασκόμηλο φασκόμηλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φασκόμηλο < αρχαία ελληνική σφάκος / φάσκος / φάσκον + μῆλον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φασκόμηλο ουδέτερο

  1. αφέψημα από ξερά φύλλα φασκομηλιάς
  2. (βοτανική) φασκομηλιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]