φατνιακός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- φατνιακός < φατνίο
[
]
Επίθετο
φατνιακός, -ή, -ό
- σχετικός με τα φατνία
- (γλωσσολογία) (φθόγγος) που παράγεται όταν η γλώσσα ακουμπά τα φατνία των επάνω δοντιών