φεγγάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φεγγάρι φεγγάρια
γενική φεγγαριού φεγγαριών
αιτιατική φεγγάρι φεγγάρια
κλητική φεγγάρι φεγγάρια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φεγγάρι < μεσαιωνική ελληνική φεγγάριν < φεγγάριον, υποκοριστικό του αρχαίου φέγγος
Το φεγγάρι

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

φεγγάρι ουδέτερο

  1. ουράνιο σώμα περιφερόμενο γύρω από τη Γη.
  2. (κατ' επέκταση) το φως που προέρχεται από το φεγγάρι
  3. (κατ' επέκταση) δορυφόρος σε τροχιά γύρω από άλλο πλανήτη
  4. ένας σεληνιακός μήνας (περίπου 28 μέρες).

[] Εκφράσεις

  • έχει τα φεγγάρια του : κάνει λόξες, είναι ιδιότροπος
  • πάνε φεγγάρια που δεν σε είδα : πάει πολύς καιρός που δεν σε είδα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

και

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες