φειδωλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φειδωλός < αρχαία ελληνική φειδωλός < φειδώ

Open book 01.svg Επίθετο[]

φειδωλός, -ή, -ό

  1. που παρέχει κάτι σε μικρές ποσότητες, με φειδώ, με μέτρο και περίσκεψη
    είναι φειδωλός στα σχόλιά του
  2. (συνεκδοχικά) που χαρακτηρίζεται από φειδώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]