φελλός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φελλός | φελλοί |
| Γενική | φελλού | φελλών |
| Αιτιατική | φελλό | φελλούς |
| Κλητική | φελλέ | φελλοί |
Ετυμολογία
- φελλός < αρχαία ελληνική φελλός
Προφορά
Ουσιαστικό
φελλός αρσενικό
- αδιάβροχο υλικό με σπογγώδη μορφή, το οποίο λαμβάνεται από το φλοιό δέντρων, κυρίως, της φελλόδρυος
- (συνεκδοχικά) κυλινδρικό πώμα μπουκαλιού από το παραπάνω υλικό
- (συνεκδοχικά) κομμάτι από το παραπάνω υλικό που συγκρατεί τα διχτυα ή το αγκίστρι του ψαρά πάνω από τον πυθμένα
- (αργκό) ο ανόητος ή ο ανάξιος άνθρωπος
Εκφράσεις
- οι φελλοί πάντα επιπλέουν : οι ανάξιοι πάντα αναδεικνύονται ή επιβιώνουν