φενάκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φενάκη φενάκες
γενική φενάκης φενακών
αιτιατική φενάκη φενάκες
κλητική φενάκη φενάκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φενάκη < αρχαία ελληνική φενάκη (ποιητικά πηνήκη) < φέναξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φενάκη θηλυκό

  1. (παρωχημένο) (σπάνιο) περούκα
  2. (μεταφορικά) το ψέμα που λέγεται για εξαπάτηση, η παραπλάνηση, η εσκεμμένη απάτη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]