φερέφωνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φερέφωνο φερέφωνα
γενική φερέφωνου φερέφωνων
αιτιατική φερέφωνο φερέφωνα
κλητική φερέφωνο φερέφωνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φερέφωνο < φέρω + φωνή, μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική porte-parole

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φερέφωνο ουδέτερο

  • μειωτικός χαρακτηρισμός για αυτόν που μεταφέρει ή εκφράζει απόψεις άλλων, που δεν έχει αυτονομία σκέψης ή/και έκφρασης

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]