φεύγω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- φεύγω < αρχαία ελληνική φεύγω
Ρήμα [
]
φεύγω, παρατ.: έφευγα, στιγμ. μέλλ.: θα φύγω, αόρ.: έφυγα
- κινούμαι από έναν τόπο με σκοπό να πάω κάπου αλλού, αφήνω ένα μέρος, αναχωρώ ή αποχωρώ
- το τρένο φεύγει στις 8
- φεύγω από την Ελλάδα
- παραμερίζω, απομακρύνομαι (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
- φύγε από μπροστά μου, δεν βλέπω
- όπου φύγει-φύγει
- Εφυγα!!!! Έγινα καπνός!
- μη φεύγεις από το θέμα
- απαλλάσσω κάποιον από την παρουσία μου επειδή το θέλω εγώ (τον εγκαταλείπω) ή αυτός (επειδή με θεωρεί εμπόδιο)
- αν φύγεις θα σκοτωθώ (αν με εγκαταλείψεις ερωτικά, αν χωρίσουμε)]
- η Ελλάδα έφυγε από το ΝΑΤΟ εξαιτίας του Κυπριακού (βγήκε, έπαψε να συμμετέχει στο στρατιωτικό σκέλος της συμμαχίας)
- μου ξεκαθάρισε ότι πρέπει να φύγω από τη μέση
- παύω να υπάρχω, εξαφανίζομαι
- να δω πώς θα φύγει τώρα ο λεκές
- πώς φεύγουν έτσι τα λεφτά
- διατίθεμαι, πωλούμαι
- με χαμηλές τιμές φεύγει εύκολα το εμπόρευμα
- ξεφεύγω, δραπετεύω
- ο κατάδικος τους έφυγε μέσα από τα χέρια
- δεν κατάλαβα πώς μου έφυγε το παιδί και βρέθηκε στο δρόμο
- μου φεύγει: χάνω τον έλεγχο ενός πράγματος, μου ξεφεύγει
- του έφυγαν τα τσίσα
- του έφυγε το τιμόνι κι έπεσε στην κολώνα
- είναι εμπιστευτικά όλα αυτά, μη σου φύγει κουβέντα
- (μεταφορικά) πεθαίνω
- πάει ο κυρ-Κώστας, έφυγε
[
]
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
φεύγω
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
|
|
|
|---|---|
| Ενεστώτας | φεύγω |
| Παρατατικός | ἔφευγον φεῦγον (ποιητ.) |
| Μέλλοντας | φεύξομαι, φευξοῦμαι |
| Αόριστος β' | ἔφυγον, (ἐφεύχθην) |
| Παρακείμενος | πέφευγα |
| Υπερσυντέλικος | ἐπεφεύγειν, (κατα)-πεφευγώς ἦν |
Ετυμολογία [
]
- φεύγω < το θέμα φευγ- και κατά μετάπτωση φυγ- (συγγενές με το λατινικό fugio)
Ρήμα [
]
φεύγω
- τρέπομαι σε φυγή, προσπαθώ να φύγω, αποφεύγω, ξεφεύγω, γλιτώνω
- Ἀχαιοὶ ἀσπασίως ἀνέπνεον φεύγοντες Ἕκτορα δῖον (οι Αχαιοί ανέπνεαν με ανακούφιση που ξέφυγαν, γλίτωσαν από τον θεϊκό Έκτορα)
- ἔξειμι γαίας, φιλτάτων παίδων φόνον φεύγουσα (θα φύγω έξω από τη χώρα, για να γλιτώσω -τις συνέπειες- από το φόνο των αγαπημένων μου παιδιών)
- Ἀλκαῖος ὁ ποιητὴς νικώντων Ἀθηναίων αὐτὸς φεύγων ἐκφεύγει (Ο Αλκαίος το έβαλε στα πόδια και ξέφυγε -στους ενεστωτικούς τύπους το φεύγω συχνά συνοδευόταν και από συγγενές ρήμα που αποσαφήνιζε αν κάποιος τα κατάφερε να γλιτώσει ή αν απλώς αποπειράθηκε ανεπιτυχώς να ξεφύγει)
- είμαι εξόριστος, εξορίζομαι, ζω στην εξορία, καταδιώκομαι
- δύο δ᾽ ἐξ ἀνάγκης ἔτη φευγέτω (θα αναγκαστεί να ζήσει στην εξορία δύο χρόνια)
- ὅσοι φυγόντες μετὰ τῶν πολεμίων ἐπὶ τὴν χώραν ἐστράτευσαν... (οι εξόριστοι που συμμάχησαν με τους εχθρούς της χώρας τους και..)
- κατηγορούμαι ή αποδρώ και αυτοεξορίζομαι για να αποφύγω κατηγορία
- φόνου φεύγω (στην Αττική, "κατηγορούμαι, δικάζομαι για φόνο", αλλού όμως "δραπετεύω για να γλιτώσω" από τη δίκη για φόνο)
- φεύγω δειλίας (κατηγορούμαι για δειλίά)
- τὸ φεῦγον ψήφισμα (το υπο αμφισβήτηση, το προς κατάργηση ψήφισμα)
- ῥᾷστον ἐστιν ἀνδρὸς περὶ θανάτου φεύγοντος τὰ ψευδῆ καταμαρτυρῆσαι (εύκολα κατηγορείς έναν άνδρα για φόνο με ψευδή στοιχεία)
- απολογούμαι
- ἔφευγε μὴ εἰδέναι (απολογήθηκε ότι δεν εγνώριζε, ότι είχε άγνοια)
- ξεφεύγω για αντικείμενα, αφηρημένες έννοιες
- ἡνίοχον φύγον ἡνία (του ξέφυγαν τα ηνία)
- ποῖόν σε ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων (τι κουβέντα ήταν αυτή που ξέφυγε από το στόμα σου)