φθορά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φθορά φθορές
γενική φθοράς φθορών
αιτιατική φθορά φθορές
κλητική φθορά φθορές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φθορά < αρχαία ελληνική φθορά < φθείρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φθορά θηλυκό

  1. σταδιακή υλική ζημιά
    • ένας προσεκτικός έλεγχος έδειξε τις φθορές που έχουν υποστεί οι καλωδιώσεις με το πέρασμα του χρόνου
  2. σταδιακή μείωση της σημασίας ή του κύρους.
    • η φθορά των ηθών στην κοινωνία της αρχαίας Κορίνθου ήταν πολύ μεγάλη
    • η φθορά που υπόκειται κάθε κόμμα όταν είναι στην κυβέρνηση είναι φυσιολογική
    • πολλές φορές, για τη φθορά των συνειδήσεων, χρησιμοποιείται η προπαγάνδα


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φθορά < από το θέμα φθορ- του φθείρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φθορά τῆς φθορᾶς (και ἡ φθορή)

  1. καταστροφή, ερείπωση, θάνατος από λοιμό
    Ἰλίου φθοράς : η καταστροφή του Ιλίου
    τοσοῦτός γε λοιμὸς οὐδὲ φθορὰ οὕτως ἀνθρώπων οὐδαμοῦ ἐμνημονεύετο γενέσθαι : δεν αναφέρεται ποτέ άλλοτε τέτοιος λοιμός και θνησιμότητα
  2. βιασμός, ξελόγιασμα
    δοῦναι δίκας ὑπὲρ τῆς φθορᾶς τῶν παρθένων
  3. αποβολή ή άμβλωση
    φθορά τοῦ ἐμβρύου
  4. ανάμιξη χρωμάτων
    τὰς μίξεις τῶν χρωμάτων οἱ ζωγράφοι φθορὰς ὀνομάζουσι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]