φιάλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιάλη < αρχαία ελληνική φιάλη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιάλη θηλυκό

  1. γυάλινο ή πλαστικό κυλινδρικό δοχείο με κλειστό λαιμό για υγρά, μπουκάλι, μποτίλια
  2. μεγάλο σιδερένιο δοχείο για αποθήκευση αερίων σε υγρή μορφή
  3. μία μονάδα αίματος για αιμοδοσία
  4. (αρχαιολογία) ανοιχτό ρηχό αγγείο σε σχήμα δίσκου, πιατάκι
  5. (αρχαιολογία) ραμφόστομη φιάλη: η "σαλτσιέρα" ή κύμβη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιάλη < αβέβαιη ετυμολογία, πιθανόν συγγενής ρίζα με το φιαρός (στιλπνός, λιπαρός) ή τα "πίνω" και "πίων" (ελαιώδες, εύφορο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιάλη θηλυκό

  1. αγγείο για διάφορες χρήσεις
  2. σκεύος σαν μικρή λεκάνη, για τηγάνισμα-βράσιμο
  3. φάτνωμα, κοίλο κόσμημα της οροφής, αναφέρεται και ως φιέλη
  4. (μεταφορικά) για την ασπίδα
    φιάλη Ἄρεως" (η ασπίδα)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τό ἐκ φιάλης εἰσόδημα : πιθανόν όταν συγκέντρωναν χρήματα μέσα σε μια λεκάνη ή φιάλη

Ομώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]