φιάλη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- φιάλη < αρχαία ελληνική φιάλη
Ουσιαστικό [
]
φιάλη θηλυκό
- γυάλινο ή πλαστικό κυλινδρικό δοχείο με κλειστό λαιμό για υγρά, μπουκάλι, μποτίλια
- μεγάλο σιδερένιο δοχείο για αποθήκευση αερίων σε υγρή μορφή
- μία μονάδα αίματος για αιμοδοσία
- (αρχαιολογία) ανοιχτό ρηχό αγγείο σε σχήμα δίσκου, πιατάκι
- (αρχαιολογία) ραμφόστομη φιάλη: η "σαλτσιέρα" ή κύμβη
[
]
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- φιάλη < αβέβαιη ετυμολογία, πιθανόν συγγενής ρίζα με το φιαρός (στιλπνός, λιπαρός) ή τα "πίνω" και "πίων" (ελαιώδες, εύφορο)
Ουσιαστικό [
]
φιάλη θηλυκό
- αγγείο για διάφορες χρήσεις
- σκεύος σαν μικρή λεκάνη, για τηγάνισμα-βράσιμο
- φάτνωμα, κοίλο κόσμημα της οροφής, αναφέρεται και ως φιέλη
- (μεταφορικά) για την ασπίδα
- φιάλη Ἄρεως" (η ασπίδα)
Έκφραση [
]
- τό ἐκ φιάλης εἰσόδημα : πιθανόν όταν συγκέντρωναν χρήματα μέσα σε μια λεκάνη ή φιάλη
[
]
- φιάλῃ : τύπος του ρήματος "φιάλλω" που σήμαινε αναλαμβάνω ή καταπιάνομαι με κάτι