φιλόσοφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φιλόσοφος φιλόσοφοι
γενική φιλοσόφου φιλοσόφων
αιτιατική φιλόσοφο φιλοσόφους
κλητική φιλόσοφε φιλόσοφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φιλόσοφος < αρχαία ελληνική φιλόσοφος


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /fi.ˈlɔ.sɔ.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φιλόσοφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που φιλοσοφεί συχνά, που αναλύει τα πάντα με φιλοσοφικές αρχές, αγαπά τη γνώση και την εις βάθος εξέταση της φύσης των πραγμάτων
  2. ο εισηγητής ενός ρεύματος φιλοσοφίας
  3. ο μελετητής της φιλοσοφίας


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]