φιστίκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φιστίκι φιστίκια
γενική φιστικιού φιστικιών
αιτιατική φιστίκι φιστίκια
κλητική φιστίκι φιστίκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιστίκι < από την τουρκική λέξη fıstık < ή άμεσα από την περσική ή από την μεσαιωνική ελληνική λέξη πιστάκιον < πιστάκη < πιθανόν από το περσικό pistah

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιστίκι ουδέτερο

  1. ο καρπός της φιστικιάς
  2. (αργκό) το πέος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]