φλογέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : φλογερά

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φλογέρα φλογέρες
γενική φλογέρας
αιτιατική φλογέρα φλογέρες
κλητική φλογέρα φλογέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φλογέρα < αλβανική flojerë

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /flɔ.ˈʝɛ.ɾa/
φλογέρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φλογέρα θηλυκό

  1. πνευστό μουσικό όργανο, ξύλινος ή πλαστικός αυλός· ο ήχος παράγεται από το φύσημα του μουσικού στο επιστόμιο ή σε μια τρύπα στην πάνω άκρη του αυλού και η τονικότητά του διαμορφώνεται από τη θέση των δακτύλων που κλείνουν ή αφήνουν ανοιχτές τις τρύπες κατά μήκος του αυλού

32πχ Μεταφράσεις[]