φλογέρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φλογέρα | φλογέρες |
| γενική | φλογέρας | |
| αιτιατική | φλογέρα | φλογέρες |
| κλητική | φλογέρα | φλογέρες |
Ετυμολογία [
]
- φλογέρα < αλβανική flojerë
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /flɔ.ˈʝɛ.ɾa/
Ουσιαστικό [
]
φλογέρα θηλυκό
- πνευστό μουσικό όργανο, ξύλινος ή πλαστικός αυλός· ο ήχος παράγεται από το φύσημα του μουσικού στο επιστόμιο ή σε μια τρύπα στην πάνω άκρη του αυλού και η τονικότητά του διαμορφώνεται από τη θέση των δακτύλων που κλείνουν ή αφήνουν ανοιχτές τις τρύπες κατά μήκος του αυλού