φλόγα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φλόγα | φλόγες |
| γενική | φλόγας | φλογών |
| αιτιατική | φλόγα | φλόγες |
| κλητική | φλόγα | φλόγες |
[
]
Ετυμολογία
- φλόγα < αρχαία ελληνική φλόξ
[
]
Ουσιαστικό
φλόγα θηλυκό
- γλώσσα φωτιάς
- Η αφή της ολυμπιακής φλόγας γίνεται το Μάρτιο του έτους της Ολυμπιάδας στην αρχαία Ολυμπία
- Το σπίτι του θα κάμω σωρό στάχτες.....τις στέγες του θα δει μέσα στις φλόγες (Μήδεια, μτφρ. Τ. Ρούσος)
- (φυσική) Το ορατό ακτινοβόλο στοιχείο της φωτιάς που προκαλείται από ισχυρη εξωθερμική αντίδραση. Το ορατό αποτέλεσμα της καύσης.
- όροι για είδη φλόγας στην ηλεκτροσυγκόλληση
- φλόγα οξυγόνου-ασετυλίνης για εργασίες που απαιτούν θερμοκρασία ανω των 500 βαθμών
- η ανθρακωτική φλόγα, η ουδέτερη φλόγα, η οξειδωτική φλόγα
- (μεταφορικά) κάτι που έχει ιδιότητες της φλόγας και της φωτιάς, θερμό, ορμητικό, τα έντονα συναισθήματα ή οι παθιασμένες ενέργειες, έντονο κίνητρο
- Όποιος τη νύχτα σ’ εχτρικό στρατό μονάχος γλιστρά σα φλόγα ξαφνική, με λύσσα στους κοιμισμένους πέφτει (Ιφιγ. Γκαίτε, μετ. Κ. Χατζόπουλος)
- φλόγα μάθησης, μίσους, εκδίκησης, έρωτα, πάθους, ελευθερίας
- φυτό με κόκκινα φύλλα (Ρhlox)
[
] Εκφράσεις
- γυμνή φλόγα ή ανοιχτή : όρος που χρησιμοποιείται συχνά από την πυροσβεστική στα προληπτικά μέτρα που συνιστά και σημαίνει τις ζωντανές φλόγες του κεριού ή του τζακιού ή των μέσων ηλεκτροσυγκόλλησης, των θερμαντικών μέσων με υγραέριο, του καμινέτου, του αναπτήρα κ.λπ. επειδή δεν πρέπει να πλησιάζει σε αυτές τίποτα εύφλεκτο