φλόξ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φλόξ | φλόγε | φλόγες |
| Γενική | φλογός | φλογοῖν | φλογῶν |
| Δοτική | φλογί | φλογοῖν | φλοξί |
| Αιτιατική | φλόγα | φλόγε | φλόγας |
| Κλητική | φλόξ | φλόγε | φλόγες |
Ετυμολογία [
]
- φλόξ < φλέγω < πιθανόν από την ίδια πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα (την *bʰel-, που τεκμαίρεται ότι σήμαινε λαμπερό, φως) με το λατινικό flagrō και το σανσκριτικό भर्ग bharga που σήμαινε λαμπρότητα
Ουσιαστικό [
]
ἡ φλόξ , τῆς φλογός
- η φλόγα, το πῦρ (ή πυρ στη νεοελληνική)
- κατὰ πῦρ ἐκάη καὶ φλὸξ ἐμαράνθη : όταν κάηκε (όλο) και η φωτιά έσβησε (Ιλιάδα, 9.212)
- η θερμότητα, η θερμοκρασία
- ἕως ἐθέρμην᾽ αὐτὸν ἀμφιβᾶσα φλὸξ οἴνου. : ώσπου τον τύλιξε και τον ζέστανε η θέρμη του κρασιού (Ευρ. Άλκ. 758)
- σταθευτὸς δ᾽ ἡλίου φοίβῃ φλογὶ χροιᾶς ἀμείψεις ἄνθος :καμμένος απο τις λαμπρές ακτίινες του ήλιου, θα χάσεις το άνθος της σάρκας σου (Αισχύλ. Προμ. Δεσμώτης, 22)
[
]
- φλέγω
- φλέγμα (καύσωνας, φλεγμονή και φλέμα και πύο και χολή)
- φλεγμονή (οίδημα, οργή, έξαψη)
- φλεγμαίνω (φλογίζω, πρήζω, μέσο διαπυούμαι, πάσχω από φλεγμονές, νοσώ)
- ὁ φλογμός (πυρετός, λάμψη)
- φλόγεος, α, ον (ο φλογερός, φλογώδης)
- φλογερός, ά, όν νεολληνικό φλογερός
- φλογίζω (καίω και καψαλίζω) μέσο φλογίζομαι (αφανίζομαι, κατακαίγομαι)
- φλογόω (φλέγω και παθ. καίγομαι)
- φλόγωσις (φλόγωση, φλεγμονή
- φλογιστός (ψημένος, φλογισμένος, εύφλεκτος)
- ὁ, ἡ φλογόεις,εσσα (φλογώδης, φλογερός)