φοβία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φοβία φοβίες
γενική φοβίας φοβιών
αιτιατική φοβία φοβίες
κλητική φοβία φοβίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φοβία < από τη γαλλική λέξη phobie < από την αρχαία ελληνική λέξη φόβος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φοβία θηλυκό

  1. έντονος φόβος για συγκεκριμένες καταστάσεις, ζώα κ.λπ. που προκαλεί άγχος και μόνο στη σκέψη του αντικείμενου του φόβου, χωρίς όμως απαραίτητα να φτάνει στα όρια του παθολογικού ζητήματος
    έχω φοβία και με τις ενέσεις, ανατριχιάζω μόνο που τις σκέφτομαι
  2. (ψυχιατρική) αγχώδης διαταραχή, παθολογικός και ψυχαναγκαστικός φόβος
    έχω αγοραφοβία και παθαίνω κρίση πανικού ακόμα και στη σκέψη να βγω έξω από το σπίτι

32πχ Μεταφράσεις[]