φοβερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φοβερός < αρχαία ελληνική φοβερός < φόβος

Open book 01.svg Επίθετο[]

φοβερός, -ή, -ό

  1. πολυ έντονος, που ενοχλεί, ενοχλητικός, απαράδεκτος
    έκαναν φοβερή φασαρία
    Κόψ' την επιτέλους αυτή τη φοβερή συνήθεια! (π.χ. όταν κάποιος σκαλίζει δημοσίως τη μύτη του)
    Αμάν πια! Είσαι φοβερός!!!
  2. γενικά το υπερβολικό, υπεράνθρωπα κοπιαστικό
    κατέβαλαν φοβερές προσπάθειες
  3. που προκαλεί τρόμο ή φόβο, ο τρομακτικός
    φοβερό έγκλημα (αυτό που έχει ανατριχιαστικές ή άλλες παραμέτρους που το καθιστούν πιο φρικιαστικό από άλλα εγκλήματα)
  4. εξαιρετικά καλός, καταπληκτικός
    Είχαν φοβερή μουσική
    Είναι φοβερό άτομο, τέλειο



Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φοβερός < φόβος

Open book 01.svg Επίθετο[]

φοβερός, ά, όν

  1. τρομακτικός, που φοβίζει,
    φοβερὸν γὰρ μὴ ἅμα τε στερηθῶσι τῆς ἀρχῆς καὶ ἀδύνατοι γένωνται... : εκείνο που τους φόβιζε ήταν πως αν στερούνταν την εξουσία και γίνονταν αδύναμοι...
    τὰ δὲ τῷ πλήθει φοβερὰ θαρσαλέως ὑπομένουσα : υπομένει με θάρρος αυτά που για τον πολύ τον κόσμο είναι φοβερά (Ισοκρ. προς Δημόν. 17)
    οὔτε λόγος ἐχυρὸς οὔτε ὅρκος φοβερός :δεν υπήρχε ούτε λόγος αρκετά δεσμευτικός ούτε όρκος αρκετά τρομερός -που να μπορεί να τους φιλιώσει (Θουκ. Πελ. Πόλεμος 3ο, 83)
    τῶν φοβερῶν ὄντων τῇ πόλει γενέσθαι : αυτά τα φοβερά που απειλούσαν να πλήξουν την πόλη, που (όλοι) φοβούνταν ως πιθανά να συμβούν στην πόλη (Ξεν. Ελληνικά 1.4.17)
  2. φοβισμένος, που φοβίζεται, που δειλιάζει, νιωθει φόβο, φοβιτσιάρης, δειλός
    γιγνώσκων ὁ θεὸς ὅτι πρὸς τὸ φυλάττειν οὐ κάκιόν ἐστι φοβερὰν εἶναι τὴν ψυχὴν πλέον μέρος καὶ τοῦ φόβου ἐδάσατο τῇ γυναικὶ ἢ τῷ ἀνδρί : γνωρίζοντας ο θεός ότι για να φυλάγεται κανείς δεν είναι κακό να νιώθει και λιγο φόβο στην ψυχή του, έδωσε παραπάνω φόβο στη γυναίκα παρά στον άνδρα (Ξεν. Οικον. 7.25)
    φοβεροὺς δὲ εἰς τό τι τολμᾶν ἑκάστοτε λέγειν... : φοβούνταν δε να τολμήσουν να πουν... (Πλάτ. Νόμοι 649δ)
  3. (μεταγενέστερο) που εμπνέει το δέος όχι ακριβώς προκαλώντας φόβο, αλλά με μια έννοια που προσεγγίζει το εντυπωσιακός, εκπληκτικός
    ὅτι τὸ μὲν Ἡροδότου κάλλος ἱλαρόν ἐστι, φοβερὸν δὲ τὸ Θουκυδίδου : η ομορφιά στο ύφος του Ηροδότου είναι ανάλαφρη, ενώ στου Θουκυδίδη τρομερή -εμπνέει δέος, εντυπωσιάζει (Διον. Αλικ. Επιστολή προς Πομπήιο)


Ομώνυμα[]

  • φοβερός ονομ. εν. του επιθέτου
  • φοβερῶς επίρρημα (με τρομερό, απειλητικό τρόπο, αλλά και αντιθέτως, με δειλό τρόπο)