φονεύω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- φονεύω < αρχαία ελληνική φονεύω < φονεύς
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
φονεύω
-
- Ου φονεύσεις