φορέας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φορέας | φορείς |
| γενική | φορέα ή φορέως |
φορέων |
| αιτιατική | φορέα | φορείς |
| κλητική | φορέα | φορείς |
[
]
Ετυμολογία
- φορέας < αρχαία ελληνική φορεύς < φέρω
[
]
Ουσιαστικό
φορέας αρσενικό
- (βιολογία) μολυσμένος ζωντανός οργανισμός χωρίς συμπτώματα
- που εκπροσωπεί μια τάση, μεταφέρει και τρόπον τινά μεταδίδει ιδεολογικά ή πολιτιστικά μηνύματα
- φορέας πολιτισμού, φορείς ιδεολογικοί, κομματικοί
- (μεταφορικά) οργανισμός που εκπροσωπεί άλλες μικρότερες οργανώσεις ή οργανισμούς, η οργανώσεων/οργανισμών που έχουν κάποιο κοινό αντικείμενο (απόδοση τού γερμανικού νομικού όρου Träger ενώ η απόδοσή του στα Αγγλικά είναι entity ή body, < προέρχεται από το Γερμανικό διοικητικό δίκαιο στο οποίο πρωτοεμφανίσθηκε ο όρος αυτός για την απόδοση πάσης φύσεως ανεξάρτητων ή αυτόνομων υπηρεσιών ρυθμιστικού, συμβουλευτικού ή διοικητικού χαρακτήρα])
- φορέας υλοποίησης, πιστοποίησης, αξιολόγησης κ.λπ.(δηλαδή οι αρμόδιοι οργανισμοί για να υλοποιήσουν, πιστοποιήσουν, αξιολογήσουν κ.λπ.)
- (φυσική) σωματίδιο στο οποίο οφείλεται η άσκηση οποιασδήποτε δύναμης