φορολογώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- φορολογώ < αρχαία ελληνική φορολογέω
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /fɔ.ɾɔ.lɔ.ˈɣɔ/
[
]
Ρήμα
φορολογώ
- επιβάλλω φόρο σε κάποιον
- το κράτος φορολογεί τους μισθωτούς