φουντούκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φουντούκι φουντούκια
γενική φουντουκιού φουντουκιών
αιτιατική φουντούκι φουντούκια
κλητική φουντούκι φουντούκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φουντούκι < (αντιδάνειο) τουρκική fındık < ελληνιστική κοινή ποντικόν (= το προερχόμενο εκ του πόντου, το θαλασσινό) κάρυον, καρύδι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /fun.ˈdu.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φουντούκια

φουντούκι ουδέτερο


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]