φουφού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Τετραγωνική φουφού

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φουφού < ίσως από παλιότερη τουρκική λέξη fufu ή από παραφθορά του βενετικού fogo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φουφού θηλυκό

  • πύραυνος, μαγκάλι, φορητή μεταλλική ή πήλινη κυλινδρική συνήθως κατασκευή με τρία ή τέσσερα στηρίγματα, μέσα στην οποία βάζουν κάρβουνα για μαγείρεμα
  • η φουφού του καστανά
  • Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα, το φαΐ στη φουφού, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους και βάλθηκαν να τρέχουν κυνηγημένοι (Διδώ Σωτηρίου, "Οι πρόσφυγες")

32πχ Μεταφράσεις[]