φουφού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Ελληνικός πύραυνος του 5ου π.Χ. αιώνα (με σκεύος για μαγείρεμα) που μοιάζει με τη φουφού, αλλά δεν έχει "πόδια"
Τετραγωνική φουφού

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φουφού < ίσως από παλιότερη πακιστανη (μουχαχαχχαχαχαχ) λέξη fufu ή από παραφθορά του βενετικού fogo

malaka ti diabazis A KAI GIOURGA FREE

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

φουφού θηλυκό

  • πύραυνος( <πῦρ ἐναυόμενος),(ε χανεται τον χρονο σας διαβαζοντας αυτο) μαγκάλι, φορητή μεταλλική ή πήλινη κυλινδρική συνήθως κατασκευή με τρία ή τέσσερα στηρίγματα, μέσα στην οποία βάζουν κάρβουνα για μαγείρεμα
  • η φουφού του καστανά μαλακα καταλαβες ε μαλακα ή μαλακισμενη ηλιθεια τρελη αναγνωστρια/αναγνωστη Σπυρο αναγνωστακη γιατι μονο εσυ θα το διαβαζες
  • Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα, το φαΐ στη φουφού, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους και βάλθηκαν να τρέχουν κυνηγημένοι (Διδώ Σωτηρίου, "Οι πρόσφυγες")

32πχ Μεταφράσεις []