φούρνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φούρνος | φούρνοι |
| γενική | φούρνου | φούρνων |
| αιτιατική | φούρνο | φούρνους |
| κλητική | φούρνε | φούρνοι |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
φούρνος αρσενικό
- κατασκευή ή συσκευή που περιλαμβάνει ένα χώρο, μέσα στον οποίο μπορούν να αναπτυχθούν πολύ υψηλές θερμοκρασίες για το ψήσιμο κεραμικών ή ψωμιού, φαγητού κ.λπ
- (μεταφορικά) χώρος με πολύ υψηλή θερμοκρασία, καμίνι
- το αρτοποιείο, το κατάστημα που όχι μόνον πουλά αλλάκαι παρασκευάζει ψωμί -ενώ το πρατήριο άρτου εμπορεύεται ψωμί ή γλυκίσματα χωρίς να το παρασκευάζει
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Δείτε επίσης
- φούρνος στη Βικιπαίδεια

[
]
Μεταφράσεις
κατασκευή ή συσκευή για ψήσιμο