φούρνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φούρνος φούρνοι
γενική φούρνου φούρνων
αιτιατική φούρνο φούρνους
κλητική φούρνε φούρνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φούρνος < ελληνιστική κοινή φοῦρνος < λατινική furnus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gwher

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φούρνος αρσενικό

  1. κατασκευή ή συσκευή που περιλαμβάνει ένα χώρο, μέσα στον οποίο μπορούν να αναπτυχθούν πολύ υψηλές θερμοκρασίες για το ψήσιμο κεραμικών ή ψωμιού, φαγητού κ.λπ
  2. (μεταφορικά) χώρος με πολύ υψηλή θερμοκρασία, καμίνι
  3. το αρτοποιείο, το κατάστημα που όχι μόνον πουλά αλλά και παρασκευάζει ψωμί - ενώ το πρατήριο άρτου εμπορεύεται ψωμί ή γλυκίσματα χωρίς να τα παρασκευάζει

Εκφράσεις[]

  • κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκεκάποιος φούρνος θα γκρέμισε):
    1. όταν κάποιος εμφανίζεται μετά από καιρό
    2. όταν κάποιος κάνει κάτι που έπρεπε να το είχε κάνει εδώ και πολύ καιρό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]