φούσκωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φούσκωμα φουσκώματα
γενική φουσκώματος φουσκωμάτων
αιτιατική φούσκωμα φουσκώματα
κλητική φούσκωμα φουσκώματα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φούσκωμα < φουσκώνω + -μα

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

φούσκωμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φουσκώνω
    το φούσκωμα του μπαλονιού θέλει γερά πνευμόνια
  2. η αίσθηση που έχει κάποιος που έφαγε πολύ και έχει φουσκώσει
    έχω ένα φούσκωμα, θα πάρω ένα χαπάκι να ηρεμήσω


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες