φοῖνιξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική φοῖνιξ φοίνικε φοίνικες
Γενική φοίνικος φοινίκοιν φοινίκων
Δοτική φοίνικι φοινίκοιν φοίνιξι
Αιτιατική φοίνικα φοίνικε φοίνικας
Κλητική φοῖνιξ φοίνικε φοίνικες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φοῖνιξ < φοινός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φοῖνιξ αρσενικό (θηλυκό φοίνισσα)

  1. πορφυρό χρώμα
  2. φοίνικας, φοινικιά, χουρμαδιά
  3. χουρμάς
  4. φοινικικό μουσικό όργανο
  5. μυθικό αιγυπτιακό πτηνό, ο Φοῖνιξ