φράζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φράζω < αρχαία ελληνική φράσσω και φράττω, ρήματα διάφορα του επίσης αρχαιοελληνικού φράζω που έχει άλλη ρίζα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φράζω

  1. εμποδίζω την είσοδο ή τη διάβαση δημιουργώντας ένα φράγμα (εμπόδιο)
    η πελώρια μορφή του μου έφραξε την είσοδο
  2. (πληροφορική) επιβάλλω φραγή σε κάποιον, του απαγορεύω να επεξεργαστεί δεδομένα σε ένα δικτυακό τόπο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φράζω, συγγενές της φράσης, αλλά αβέβαιης ετυμολογίας, πιθανόν ομόρριζο με τη λέξη φρήν

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φράζω

  1. μιλώ, εξηγώ, διασαφηνίζω, γνωστοποιώ, φανερώνω, δηλώνω, εκφράζω
  2. δείχνω κάτι, υποδεικνύω, οδηγώ
  3. συμβουλεύω
  4. διατάζω
  5. (μέσο) φράζομαι σκέφτομαι κάτι, το συζητώ με τον εαυτό μου, συλλογίζομαι, υποθέτω, σχεδιάζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Το ρήμα συντάσσεται:

  • Με αιτιατική: καὶ φράζουσι ἅ λέγει
  • Με δοτική και αιτιατική: τὰ τοιαῦτα τοῖς μαθηταῖς φράζουσιν
  • Με δοτική και ειδικό απαρέμφατο: ἀλλὰ ἐκέλευε φράσαι τοῖς ἑαυτοῦ ἱππεῦσιν ὑποδέχεσθαι
  • Με δοτική και ειδική πρόταση: φράζε Λυσίᾳ ὅτι ἠκούσαμεν λόγων