φράζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- φράζω < αρχαία ελληνική φράσσω και φράττω, ρήματα διάφορα του επίσης αρχαιοελληνικού φράζω που έχει άλλη ρίζα
Ρήμα [
]
φράζω
- εμποδίζω την είσοδο ή τη διάβαση δημιουργώντας ένα φράγμα (εμπόδιο)
- η πελώρια μορφή του μου έφραξε την είσοδο
- (πληροφορική) επιβάλλω φραγή σε κάποιον, του απαγορεύω να επεξεργαστεί δεδομένα σε ένα δικτυακό τόπο
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
Ρήμα [
]
φράζω
- μιλώ, εξηγώ, διασαφηνίζω, γνωστοποιώ, φανερώνω, δηλώνω, εκφράζω
- δείχνω κάτι, υποδεικνύω, οδηγώ
- συμβουλεύω
- διατάζω
- μέσο, φράζομαι σκέφτομαι κάτι, το συζητώ με τον εαυτό μου, συλλογίζομαι, υποθέτω, σχεδιάζω
[
]
- η φράση και η φράσις
- ἡ φραδή (πρόγνωση, προαναγγελία, προειδοποίηση, γνώση)
- φραδής,-ής, -ές, γεν. -έος (συνετός, έμπειρος, ιδιαίτερα έξυπνος)
- φράδμων, -ων, -ον γεμ. -ονος (ό,τι και το φραδής
- φραδμοσύνη (επιδεξιότητα, ευφυία)
- φραστέον
- ὁ φραστήρ, -ῆρος (που δίνει πληροφορίες, καθοδηγεί, οδηγός)
- ὁ φράστωρ, -ορος (ο οδηγός)
- φραδάζω
Σύνθετα [
]
- περιφράζομαι (σκέφτομαι κάτι, αλλά και μιλώ περιφραστικά)
- ἐκφράζω
- παραφράζω
- μεταφράζω (σήμαινε παραφράζω)