φρένο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φρένο | φρένα |
| γενική | φρένου | φρένων |
| αιτιατική | φρένο | φρένα |
| κλητική | φρένο | φρένα |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
φρένο ουδέτερο
- μηχανισμός που ελαττώνει την ταχύτητα ενός αντικειμένου
- (μεταφορικά) κάτι που επιβραδύνει ή εμποδίζει την ανάπτυξη