φραγμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φραγμός | φραγμοί |
| γενική | φραγμού | φραγμών |
| αιτιατική | φραγμό | φραγμούς |
| κλητική | φραγμέ | φραγμοί |
[
]
Ετυμολογία
- φραγμός < αρχαία ελληνική φραγμός < φράσσω
[
]
Ουσιαστικό
φραγμός αρσενικό
- εμπόδιο, αναστολή, πρόσκομμα, το φράγμα αλλά σε ποιο αφηρημένες έννοιες, όπως στη σκέψη, στα συναισθήματα κ.λπ.
-
- Δεν έχει ηθικούς φραγμούς (είναι ανήθικος, αδίστακτος)
- Έβαλαν φραγμό στην ασυδοσία