φραστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φραστικός < αρχαία ελληνική φραστικός

Open book 01.svg Επίθετο[]

φραστικός

  • Το λάθος στο κείμενο ήταν φραστικό, πρόκειται για παρερμηνεία (συντακτικό λάθος ή επιλογή άκομψης λέξης)
  • Οι δύο άνδρες είχαν έναν φραστικό διαπληκτισμό (τσακώθηκαν αλλά αντάλλαξαν κουβέντες χωρίς να έρθουν στα χέρια)

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φραστικός < φραστήρ < φράζω

Open book 01.svg Επίθετο[]

φραστικός

  1. εκφραστικός, λεκτικός (αυτό που λέμε, όχι απαραιτήτως αυτό που εννοούμε ή σκεφτόμαστε)
  2. το ουδέτερο (το φραστικόν) η δύναμη του λόγου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]