φρην

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φρην < φρήν

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φρην θηλυκό

  1. λογική, το μυαλό, λέξη που χρησιμοποιείται πλέον κυρίως σε σύνθετες λέξεις (π.χ. εξωφρενικός, φρενοβλαβής, σώφρων, άφρων κ.λπ.) ή σε καθιερωμένες φράσεις κυρίως στον πληθυντικό (π.χ. είμαι έξω φρενών, σώας τα φρένας)
  2. Μπορείτε να δείτε τις λέξεις φρήν και φρένες


32πχ Μεταφράσεις[]